Χαλκιδική, 2010. Εκθεση Ζωγραφικής στην Αίθουσα Τέχνης του Pallini Beach Hotel

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

"...ΤΟ ΤΕΡΑΣ..."

Σε ένα κόσμο, όπως μάθαμε να ζούμε, μέσα σε ένα ψέμα και μια χαριτωμένη ουτοπία, με μια ευλαβική και ταυτόχρονα αγωνιώδη υπομονή, σε ένα καζάνι όπου όλα βράζουν και όλα ακόμα ωμά χτυπούν στα μεταλλικά τοιχώματα και νομίζουν πως υπάρχουνε, μέσα σε ένα τέτοιο κόσμο επέλεξαν κάποιοι για να ζήσω... Δεν ήταν δική μου επιλογή, το ορκίζομαι... είμαι αθώος, μέχρι αποδείξεως του εναντίον... 

Γεννήθηκα στη Λάρισα, στην κεντρική Ελλάδα και μεγάλωσα σε κάποιες από τις γειτονιές του κέντρου της πόλης, κέντρο απόκεντρο, όπου τα χαμηλά σπίτια με τις βαριές στέγες μοσχοβολούσαν ακόμα από το γιασεμί και το αγριόχορτο στις χαραμάδες των καλά σοβατισμένων τοίχων. Και πίσω από αυτούς τους τοίχους και τους φράχτες, τα άνθη της κερασιάς προοικονομούσαν την άνοιξη και τα χελιδόνια έφερναν μαζί τους το μαγικό φίλτρο του καλοκαιριού. Εκεί, όπου τις χαρούμενες φωνές των παιδιών διέκοπτε ο ήχος του πλανόδιου πωλητή με τα χρυσά υφάσματα και τα κρόσια που γυάλιζαν πάνω στην υπερφορτωμένη καρότσα. Σε μια γειτονιά, με το παντοπωλείο του κυρ-Κώστα που αποτελούσε και το όριο της δράσης μας, καθώς αν στρίβαμε στην παρακάτω γωνία, μας περίμενε ένα μεγάλο τέρας που είχε τη συνήθεια να κατατρώει τις σάρκες των μικρών παιδιών... 

Ακόμα δεν έιχα προλάβει να δω έστω και μια φορά αυτό το τέρας και μετακομίσαμε στην καινούρια γειτονιά, σε ένα δρόμο λίγο πριν το τέλος της πόλης. Και κάπου εκεί τα πρώτα γράμματα, το πρώτο ποδήλατο, οι πρώτες παρέες, οι πρώτοι έρωτες... όλα τόσο πρωτόγνωρα και τόσο αφελή, όσο μας το επέτρεπε η ηλικία...

Τα καλοκαίρια είχα την ευκαιρία να τα περνώ σε τρία διαφορετικά μέρη... στο παραθαλάσσιο σπίτι, με το μεγάλο κήπο και τις αυτοσχέδιες ντουζιέρες, πάντα γεμάτο από μέλη της οικογένειας και φίλους, κατάλοιπο μιας εποχής όπου οι ανθρώπινες σχέσεις ήταν πιο δυνατές... Μετά στο σπίτι των παππούδων σε ένα χωριό στα ορεινά της Καρδίτσας, με τα οικόσιτα ζώα και τα απέραντα λιβάδια από καλαμποκιές και τριφύλλι, με το ρέμα που στο διάβα του συναντούσε μύλους παλιούς, με ιστορίες που πήγαζαν από μνήμες και φαντασίες συγχωριανών... Και έπειτα ο Αύγουστος έκλεινε με το πανηγύρι στο χωριό στον Όλυμπο, με το αντάμωμα αγαπημένων προσώπων, που ακολούθησαν μια καλύτερη τύχη σε τόπους μακρινούς, αλλόθρησκους και ξενόγλωσσους...

Το φθινόπωρο πίσω και πάλι στην πόλη, με τη μυρωδιά του ολοκαίνουριου βιβλίου, με τα νεκρά φύλλα των δέντρων, με το νωπό χώμα και μια ύφεση της φύσης, θαρρείς και ντροπιάστηκε από την αλαζονία των εποχών που προηγήθηκαν... Καμιά φορά πήγαινα στην "παλιά" γειτονιά και ενώ ήξερα πλέον πως δεν υπάρχει κάποιο τέρας στη γωνία, εξακολουθούσα να τηρώ τους άγραφους νόμους των παιδιών που συνέχιζαν να μένουν εκεί, και να προσποιούμαι κι εγώ την ύπαρξή του... Γελούσα, μάλιστα, όταν έπλαθα με το νου μου ιστορίες κρυφές, πως άκουσα τάχα για την εγγονή της κυρα - Λένης που τη βρήκε το θηρίο και την κατασπάραξε... Δεν έπρεπε να συμβεί αυτό... κανείς της ηλικίας μας δεν έπρεπε να στρίψει σε εκείνη τη γωνιά... Κάπου κάπου έμπαινα στον πειρασμό, όμως ποτέ, ποτέ δεν τόλμησα... 


... Το πέρασμα του χρόνου με βρίσκει εδώ, καθισμένος σε μια πολυθρόνα, με ένα άσβηστο τσιγάρο στο χέρι, αναπολώντας την παιδική μου ηλικία... Σκέφτομαι εκείνη τη γωνία, σκέφτομαι μήπως πρέπει να την ξεπεράσω και να σπάσω αυτά τα όρια... τους άτυπους παιδικούς κανόνες... Κι αν τελικά αυτό το τέρας υπάρχει, πόσο δυνατός είμαι για να το αντιμετωπίσω; Ως πότε θα μπορώ να αντιστέκομαι στην υπερδύναμή του; Πόσο γρήγορα να τρέξω για να το αποφύγω; 


Μέσα στον κοινό νου, το άγνωστο παραμένει ως κάτι τρομακτικό... στο μικρόκοσμό μας το απ' αλλού φερμένο φαντάζει σαν τερατώδες. Είμαστε εφησυχασμένοι όσο μένουμε στην παλιά μας γειτονιά, όσο δεν τολμούμε να στρίψουμε σε εκείνη τη γωνία. Το πιο πιθανό είναι να μη μας έχουν δώσει τα περιθώρια, τα εφόδια, το θάρρος και την υποστήριξη να το κάνουμε... Πώς μπορείς, άλλωστε, να δώσεις κάτι όταν εσύ ο ίδιος δεν το έχεις; Κι αν πάρεις κάποτε την απόφαση, αναπνεύσεις βαθιά και προχωρήσεις προς τη γωνία, τότε θα συνειδητοποίησεις πως το τέρας που περιμένει εκεί ίσως είναι η ίδια η κοινωνία, συνωστισμένοι μικρόκοσμοι σαν και το δικό σου, στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο που προσπαθούν να κυριαρχήσουν κατατρώγοντας οτιδήποτε βρεθεί στο διάβα τους. 


Είμαι αθώος, δε φταίω εγώ για αυτή την κατάσταση... Έβλεπα τις αλλαγές, την ισοπέδωση, τον κατακερματισμό, την έχθρα, το μίσος, τη διχόνοια, την αποξένωση, τη μιζέρια, αλλά πάντα ήθελα να πιστεύω πως δεν θα συνεχιζόταν. Είμαι αθώος; Αφού τά βλεπα, γιατί έμενα στα "θέλω" μου και δεν τα άλλαζα; Γιατί άφησα όλη αυτή την ομορφιά που έζησα ως παιδί να καταστραφεί; Γιατί επέτρεψα τόση μιζέρια γύρω μου; Γιατί δεν ξαναπότισα το γιασεμί στο παραθύρι και το άφησα να μαραθεί; Γιατί άφησα να καούν τα καταπράσινα λιβάδια, να στερέψει το ρέμα και να πεθάνουν οι νεράιδες; Γιατί αποξενώθηκα; Για πόσο ακόμη μπορώ να θεωρούμαι αθώος; Τι ποινή μου αρμόζει; θάνατος ή ανάσταση; Και μετά την επιβολή της ποινής, ποιο "τέρας" θα υπάρχει για να με ορίζει; Μην ξεχνάς πως έτσι έχω μάθει να ζω, έτσι με έμαθαν να ζω, με ένα δαίμονα που θα με περιμένει στη γωνία...





Δ. Λ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


It's just me...

Επισκέπτες